powered by Agones.gr - opap

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Ο Ράμσφελντ λυπάται για την επιρροή των Ελληνοαμερικανών


ΑΘΗΝΑ. (Γραφείο Εθνικού Κήρυκα). Σαφή αναφορά στις ελληνο-αμερικανικές σχέσεις και το ελληνοαμερικανικό λόμπι κάνει ο πρώην υπουργός Αμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του «Γνωστά και άγνωστα: Μία βιογραφία».

Δυστυχώς, όμως, η αναφορά έχει αρνητική χροιά, καθώς δεν κάνει προσπάθεια να κρύψει τη λύπη του για την επιρροή που ασκεί το λόμπι στα αμερικανικά πράγματα. Ωστόσο, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι για πρώτη φορά αποδεικνύεται έτσι από ανώτατα αμερικανικά χείλη το βάρος που έχει η ελληνοαμερικανική κοινότητα στα πράγματα της Αμερικής.

Οπως γράφει ο κ. Ράμσφελντ: «Για πολλά χρόνια, θεωρούσα την Τουρκία ως χώρα κλειδί για τις Ηνωμένες Πολιτείες μία δυτικού τύπου μουσουλμανική δημοκρατία και μέλος του ΝΑΤΟ που μπορούσε να λειτουργήσει ως σύνδεσμος μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Και πάντοτε προβληματιζόμουν για την αμερικανική τάση να προτιμά την Ελλάδα από την Τουρκία, κάτι που εν μέρει οφείλεται στον μεγάλο και ενεργό πολιτικά ελληνοαμερικανικό πληθυσμό».

Μπορεί να λυπάται ο κ. Ράμσφελντ, αλλά πράγματι όποτε η Ομογένεια εμφανίζεται ενωμένη και δυναμική προς τα έξω, μεταστρέφει την αμερικανική πολιτική.

Το εξέφρασε σωστά προς τον «Ε.Κ.» στο πλαίσιο άρθρου της εφημερίδας μας για το λόμπι, τον περασμένο μήνα, ο Τζον Συτιλίδης, ειδικός σε κυβερνητικές υποθέσεις, λέγοντας: «Στην Ουάσιγκτον δεν υπάρχει ελληνικό λόμπι με την κλασσική έννοια του όρου, αλλά ελληνοαμερικανικές οργανώσεις οι οποίες προβάλλουν τα εθνικά μας θέματα. Δεν υπάρχουν επαγγελματίες, αλλά οργανώσεις, οι οποίες εργάζονται για τους κοινούς σκοπούς. Η αποτελεσματικότητα των προσπαθειών τους είναι ένα θέμα που χωράει συζήτηση. Οι ελληνοαμερικανικές οργανώσεις έχουν πετύχει πολλά ως προς την προώθηση των εθνικών μας θεμάτων».

Προφανώς αυτό θα στεναχωρούσε τον κ. Ράμσφελντ. Γιατί είχαμε δώσει ως Ελληνοαμερικανοί απτά δείγματα της θέλησής μας, όποτε το επιδιώκαμε με σωστό τρόπο. Ξεκινώντας από την εισβολή της Κύπρου το 1974, που πετύχαμε την αναλογία 7 προς 10 ως προς τους εξοπλισμούς που έδιναν οι ΗΠΑ σε Ελλάδα και Τουρκία και που διήρκησε για χρόνια. Αλλά και αυτό που είπε ο πρόεδρος της ΠΣΕΚΑ, Φίλιπ Κρίστοφερ, στην εφημερίδα μας «αν κοιτάξουμε από το 1975 μέχρι σήμερα η Τουρκία είναι συνεχώς κάτω από πίεση», είναι όντως αλήθεια.

Ουσιαστική ήταν και η παρέμβασή μας επί Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου για την ονομασία του Σκοπιανού. Αν και ο γιος του μας έπιασε στον ύπνο, αναγνωρίζοντας τη χώρα αυτή με το συνταγματικό της όνομα.

Την αποτελεσματικότητα άλλωστε της Ομογένειας την αναγνώρισε απροκάλυπτα και ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών κ. Νταβούτογλου, λέγοντας στη «Νιου Γιορκ Τάιμς»: «Είχαμε συνηθίσει να χτυπιόμαστε από το ελληνικό και το αρμενικό λόμπι, αλλά μας προστάτευε το εβραϊκό. Τώρα μας κυνηγά και το εβραϊκό λόμπι».

Πρέπει, βεβαίως, να σημειωθεί ότι η κατανόηση που βρίσκει η Ομογένεια έχει περισσότερο να κάνει με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, καθώς κάθε δική μας παρέμβαση για τα εθνικά μας θέματα γίνεται στη βάση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου και όχι κατά χωρών απευθείας. Είναι μία σημαντική παράμετρος που όμως δεν την υπολογίζει το Πεντάγωνο, προϊστάμενος του οποίου υπήρξε ο κ. Ράμσφελντ.

Αλλωστε και στο βιβλίο του, που το μεγαλύτερο μέρος του καταναλώνεται στον πόλεμο του Ιράκ, τα όποια λάθη ο κ. Ράμσφελντ τα αποδίδει στις αλληλοσυγκρουόμενες αντιλήψεις του Πενταγώνου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Μπορεί να πρόκειται για την εύκολη μέθοδο επίρριψης ευθυνών σε άλλους, αλλά δείχνει και τον τρόπο του δικού του σκέπτεσθαι.

Η εκτίμησή του για την Τουρκία τον έκανε προφανώς να ξεχάσει ότι η χώρα αυτή αρνήθηκε να επιτρέψει στα αμερικανικά στρατεύματα να διέλθουν από το έδαφός της στο Βόρειο Ιράκ. Η τότε νέα κυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν είπε «όχι» και οι Αμερικανοί πικράθηκαν. Εν τούτοις, μερίμνησαν ώστε να εκσυγχρονιστούν σημαντικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Τουρκία, διασφαλίζοντας παράλληλα τη διαθεσιμότητα της αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ. Προφανώς γιατί αυτή ήταν η γνώμη τότε του κ. Ράμσφελντ και μέσα από αυτά που βεβαίως του ήταν «γνωστά». Γιατί όπως έγραψε και σε κριτική της η αγγλική εφημερίδα «The Financial Times»: «Ο τίτλος του βιβλίου (σ.σ. του Ράμσφελντ) παραπέμπει σε μία αξέχαστη συνάντησή του με τον Τύπο, στην οποία ο κ. Ράμσφελντ άδραξε την ευκαιρία από μία ερώτηση δημοσιογράφου για να επαναλάβει πάνω στη διάκριση μεταξύ αυτών που ‘γνωρίζουμε πραγματικά, αυτών που γνωρίζουμε αλλά δεν είναι γνωστά και αυτών που είναι πραγματικά άγνωστα’. Σύμφωνα με τον Ράμσφελντ, η ανεπαρκής προσοχή στο ‘δεν γνωρίζω όσα δεν γνωρίζω‘ είναι αυτό που προκαλεί και τη σύγχυση στην κοινή γνώμη».

Οταν «τα πράγματα που γνωρίζουμε, τα γνωρίζουμε», τείνει να είναι κάτι τι απατηλό ή να εξαπατά, τότε οι κρατικοί αξιωματούχοι οδηγούν τη χώρα στο γκρεμό. Τότε η αφύπνιση στην αλήθεια που δεν απαρτίζεται από αληθινά γεγονότα προϋποθέτει έναν αυτοέλεγχο, που απουσιάζει όμως από την προσωπικότητα του κ. Ράμσφελντ. Παραμένει ισχυρογνώμων, ακόμη και προκλητικός, κάποιος που «τα ξέρει όλα», (.σ.σ. αρκούμενος σε αυτά που ξέρει).

Ισως τώρα που θα επέμβει το εβραϊκό λόμπι στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας με τις ΗΠΑ να δει τα πράγματα και μέσα από αυτά που δεν γνωρίζει αλλά του είναι γνωστά.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails