powered by Agones.gr - opap

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Αίτια και παρακμή των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων

Υπό Αναπλ. Γεν. Γραμματέως της ΑΠΟΕΑ

κ. Χαράλαμπου Καμίτση


Θεωρώ πρωταρχική μου υποχρέωση να συγχαρώ την Εθνική Ολυμπιακή Ακαδημία της Κύπρου για την πραγματοποίηση της παρούσης Συνόδου στον ιερόν χώρον της Αρχαίας Ολυμπίας και ιδιαίτερα στον χώρο του παγκοσμίου εντευκτηρίου, στις εγκαταστάσεις της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας.

Επίσης να ευχηθώ καλή επιτυχία στις εργασίες της Συνόδου σας, ευχάριστη και επικοδομητική διαμονή όλων των συνέδρων στον ολυμπιακόν χώρον όλες τις ημέρες, και τέλος να σας ευχαριστήσω ιδιαίτερα για την τιμή που μου κάνατε να παρέλθω επί το βήμα της αιθούσης αυτής και να αναπτύξω στο επίλεκτον ακροατήριόν σας το θέμα που μου εμπιστευθήκατε «Αίτια και παρακμή των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων».

Πριν εισέλθω στην ανάπτυξη του θέματός μου, να μου επιτρέψετε να αναφέρω την δυσκολίαν που παρουσιάζει: Είναι γνωστόν ότι στον χώρον αυτόν τα πανανθρώπινα επιτεύγματα που συνετελέσθησαν κατά την διάρκειαν της μακραίωνης ζωής των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων είναι τόσον αξιόλογα και τόσον θαυμαστά ώστε και σήμερον παρουσιάζουν τεράστιον οικουμενικόν ενδιαφέρον, όλοι δε οι άνθρωποι του πνεύματος να ομιλούν περί αυτών που έγιναν σωστά και εποικοδομητικά και για την σύγχρονη ανθρωπότητα ακόμη και όχι περί αυτών που δεν έγιναν ή που έγιναν αλλά δεν ωφέλησαν όσα θα θέλαμε.

Στην καταπράσινη και ευφορότατη κοιλάδα του Αλφειού και συγκεκριμένα στον χώρον που ευρισκόμεθα, ελατρεύθη ο Θεός των Θεών, ο Δίας. Την λατρείαν του ο άνθρωπος προς τον Θεόν του την κορύφωσε με τους αγώνες. Έγιναν θεσμός.

Ως θεσμός οι Ολυμπιακοί αγώνες, τα Ολύμπια όπως εκαλούντο, είχαν την θεϊκήν επιταγήν αλλά και την θεϊκήν προστασίαν. Ως εκ τούτου, ο άνθρωπος αισθανόταν αδύναμος να παραβεί τον θεσμόν, γι αυτό και έζησαν τόσους αιώνες. Τα Ολύμπια περιβεβλημένα με την θείαν προστασίαν παρεκάθησαν ως θρησκεία στα δημιουργήματα του ανθρώπου. Τι επεδίωξαν και τι επέτυχαν οι πρόγονοί μας διά των αγώνων αποτελεί ειδικό θέμα. Συνδετικά θα αναφέρω μόνον ότι διά των αγώνων, κορυφαία έκφρασις αυτών τα Ολύμπια, επεδιώχθη και επετεύχθη ο ιδανικός τύπος ανθρώπου της εποχής «ο Καλός καγαθός». Όσον αφορά στην έννοιαν του όρου καλός καγαθός, θα αναφέρω μόνον ότι υπάρχει διαχρονικά διαφορά ερμηνείας, όπως διαφορά ερμηνείας υπάρχει και μεταξύ των τότε Πόλεων – Κρατών και αργότερον μεταξύ των λαών, οι οποίοι μετείχον στο κοινόν ενευκτήριον της Αρχαίας Ολυμπίας.

Αναμφισβήτητοι εκφραστές της Αγωγής των Αρχαίων Ελλήνων για αρκετούς αιώνες και συγκεκριμένα για την χρονικήν περίοδον που οι Αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες επισημοποιούνται, εδραιώνονται, αναπτύσσονται, διευρύνονται και αποτελούν την κορυφαίαν αγωνιστικήν έκφρασιν, τα μέγιστ’ αέθλων, την εορτήν των εορτών, την πανελλήνιον συνάθροισιν που κατά τον Πλάτωνα απέθνησκε δυστυχής εκείνος, ο οποίος δεν την παρηκολούθησε έστω και μία φορά, ήταν οι δύο κρατεές Πόλεις – Κράτη.

Η Σπάρτη και η Αθήνα. Είχαν όμως διαφορετικήν φιλοσοφικήν θεώρησιν.

Η φιλοσοφία της Αγωγής της Σπάρτης κατά τους αιώνες της Δωρικής κυριαρχίας εκφράζεται επιγραμματικά με τις λίγες λέξεις: «Η δε παιδεία ην αυτοίς προς το άρχεσθαι καλώς, και καρτερείν πονούντα, και μαχόμενον νικάν ή αποθνήσκειν. Γράμματα μεν ουν ένεκα χρείας εμάνθανον». «Τέκνον ταν η επί τας» τα λόγια της μάνας Λάκαινας προς το παιδί της δείχνουν τον βαθμόν της σκληρής αγωγής των Σπαρτιατών και με αυτή την αρχή θα πρέπει να θεωρούμε την έννοιαν του «Καλού καγαθού» τόσον για τους Σπαρτιάτες, όσον και γι’ αυτούς που ηκολούθησαν την αγωγήν των Σπαρτιατών.

Αντιστοίχως η φιλοσοφία της Αγωγής των Αθηνών, αρχικώς είχε μεν την μονομέρεια και την σκληρότητα την Δωρική, με την πάροδον όμως του χρόνου τροποποιήθηκε, προσαρμόσθηκε, εξελίχθηκε και διαμορφώθηκε στην «Μία δε σωτηρία προς άμφω, μήτε την ψυχήν άνευ σώματος κινείν, μήτε σώμα άνευ ψυχής, ίνα αμυνομένω γίγνησθο, ισορρόπω και υγιή». Με αυτήν την φιλοσοφίαν επεδίωξαν και διαμόρφωσαν τον δικόν τους τύπον Καλού καγαθού.

Τον νέον με το αρμονικόν και ανδροπρεπές σώμα, τον νέον που μπορούσε να μετέχει στα κοινά του Δήμου τον νέον που μπορούσε να υπηρετεί και να υπερασπίζεται την Παρτίδα του, τον νέον που θα έπρεπε να είναι ένας υπεύθυνος πολίτης. Κατά τον Πλάτωνα: «χρήσιμος εις το λέγειν τε και πράττειν ».

Η παλαίστρα και το γυμνάσιον ή οι καλαμιώνες του Ευρώτα και ο Πλατανιστάς ήσαν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και για τις δύο Πόλεις – Κράτη επ’ αρκετούς αιώνες.

Με την πάροδον του χρόνου, κυρίως στην Αθήνα και στα δορυφόρα αυτής Κράτη, στον χώρον του γυμναστηρίου και της παλαίστρας μπήκε ο κιθαρωδός για να μάθει τον νέον και μουσική, μπήκε ο φιλόσοφος για να διαδώσει τις ιδέες του. Στην παλαίστρα του Ταυρέου ο Σωκράτης διαλέγεται προς τον νεαρόν Χαρμίδην «και οι εν τη παλαίστρα άπαντες περιέρρεον αυτούς κύκλω» γιατί η αντίληψις περί «Καλού καγαθού» έχει μεταβληθεί και ο νέος επιζητεί «Σοφός γενέσθαι». Του απέσπασαν χρόνον και ενδιαφέρον. Ανεπαίσθητη και μικρή η ζημία αρχικώς από την μεταστροφήν αυτή, με τον καιρό όμως πήρε και η τάση αυτή το μερίδιόν της και έτσι έχουμε την πρώτην μικράν, αλλά βεβαίαν παρέκκλησιν, την πρώτην αιτίαν που ο νέος άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον του για τα γυμνικά αγωνίσματα, για τους ιερούς αγώνες και κυρίως για την κορυφαίαν εκδήλωσιν αυτών, τα Ολύμπια.

Τον πλούτον πολλοί εμίσησαν, την δόξαν ουδείς: Με την ανάπτυξη και εξέλιξη που πήραν οι αγώνες, συνδεδεμένοι πάντα με την θρησκείαν, ο αθλητής Ολυμπιονίκης παρεκάθησε μετά των θεών στον ιερόν χώρο της Άλτεως, αφού του επετράπη να τοποθετεί το άγαλμά του ως Ολυμπιονίκης – Σταδιονίκης στην ιεράν Άλτιν. Μεγάλη δόξα και τιμή. Ποιός δεν θα την επεδίωκε; Και την επεδίωξε όχι μόνον με τις φυσικές του δυνάμεις όπως στα πρώτα στάδια των αγώνων. Μπήκε στη μέση η προετοιμασία, η μακροχρόνια προετοιμασία με όλα τα επακόλουθα. Ο Γυμναστής, η προπόνηση, η εξειδικευμένη προετοιμασία, η οποία κάποτε ξεπέρασε το μέτρον, έφτασε στην υπερβολή, στην αθλητική κακοτεχνία, στην καθορισμένη δίαιτα, τους μακρούς ύπνους, την πολυφαγία, και την αναγκοφαγίαν. Έδωσαν αφορμές να εκφρασθούν πικρόχολα για τους αθλητές και την νοοτροπίαν τους. «Κακών γαρ όντων μυρίων καθ’ Ελλάδα, ουδέν κάκιόν εστίν αθλητών γένους».

Ακόμη σκληρότερα για την πολυφαγίαν και την αναγκοφαγίαν τους απεκλήθησαν «Γνάθου δούλοι νηδύος δ’ ησσημένοι».

Τα συμπτώματα αυτά, στα πλαίσια των γυμνικών αγώνων των Ολυμπίων και στο πνεύμα του υγιούς αθλητισμού, του αθλητισμού που ήταν μέσον Αγωγής των νέων, ήταν εκτροπές.

Η Ολυμπιακή νίκη, όπως είδαμε παραπάνω, γεγονός μεγίστης αξίας και τιμής για τον νέον, αλλά και για την Πόλιν – Κράτος επεδιώχθη αντί πάσης θυσίας και διά παντός θεμιτού και αθεμίτου ακόμη μέσου και τρόπου. Και ενώ επετρέπετο ο αθλητής να δηλώσει τόπον καταγωγής, όποια πόλη ήθελε και να τύχει η πόλις της δόξας, της τιμής και της προβολής από τον Ολυμπιονίκη της, ήρθε στιγμή που και αυτό έγινε μέσο συναλλαγής. Αθλητές επεδίωκαν να εξασφαλίσουν Ολυμπιακήν νίκην εξαγοράζοντάς τον ή τους αντιπάλους των.

Αντιπροσωπείες που κατά τα προγνωστικά έβλεπαν ότι δεν θα τύχουν καμμίας τιμής, γιατί δεν θα είχαν κανέναν Ολυμπιονίκην δικόν τους, απευθύνοντο προς άλλους αθλητές δελεαστικά για να δηλώσουν την πόλην των ως τόπον καταγωγής τους.

Το έτος 388 π.Χ. έχουμε το πρώτον και σοβαρόν σύμπτωμα αληθούς εκτροπής του αθλητικού πνεύματος και των Ολυμπιακών Αγώνων.

Ο Θεσσαλός Εύπωλος, αγωνιστής της πυγμής στα Ολύμπια εξηγόρασε την νίκην του από τους ανταγωνιστές του Αγήτωρα Αρκάδα, Πρύτανιν Κυζικικόν και Φορμίωνα Αλλικαρνασσέα. Το γεγονός υπέπεσε στην αντίληψη των Ηλείων οι οποίοι ως θεματοφύλακες επελήφθησαν και ετιμώρησαν τους παραβάτες. Εκ των προστίμων αυτών κατασκευάσθησαν οι πρώτοι έξι (6) Ζάνες.

Το έτος 322 π.Χ. ο Αθηναίος Κάλιππος, πενταθλητής εξηγόρασε τους ανταγωνιστές του και ετιμωρήθηκε αυτός υπό των Ηλείων διά προστίμου, που επλήρωσαν οι συμπατριώτες του Αθηναίοι και έγιναν οι επόμενοι έξι (6) Ζάνες.

Η πολυπληθής αντιπροσωπεία των Συρακουσσίων βλέποντας ότι δεν θα τύχει καμμίας τιμής, απευθύνθηκε στον Σπαρτιάτη ο οποίος τους έδωσε την απάντηση: «Παρά τω Βασιλεί μαχούμε τοις πολεμίοις».

Παραβιάσεις της εκεχειρίας, διαμάχες περί της επιστασίας και τελέσεως των Ολυμπίων, αμφισβητήσεις και πολλά άλλα διάφορα γεγονότα μπορούν να αναφερθούν ως παραβάσεις του υγιούς αθλητικού πνεύματος και των αρχών των Ολυμπιακών Αγώνων.

Όλα αυτά θα τα κατατάξωμεν στην κατηγορία των θεραπευσίμων. Είτε με τα πρόστιμα των Ηλείων, είτε με τις αποδοκιμασίες του κόσμου και ακόμη αυστηρότερα με τις αποβολές των αθλητών και των αντιπροσωπειών από τον ιερόν χώρον της Άλτεως και τους επιτιμητικούς χρησμούς του Μαντείου των Δελφών, όλα εθεραπεύοντο και μάλιστα κατά τρόπον που ικανοποιούσε το κοινόν περί δικαίου αίσθημα και τον σεβασμόν προς τις αρχές των Ολυμπιακών Αγώνων. Επηκολούθησαν σοβαρότερα και αθεράπευτα με τα μέσα που διέθεταν οι Ηλείοι.

Όταν ο Ελληνισμός με επικεφαλής τον Μακεδόνα στρατηλάτη άπλωσε τα φτερά του προς τα βάθη της Ασίας και της Αφρικής, τα πράγματα άλλαξαν και για τον ελληνικόν χώρο (έτος 338 π.Χ. Μάχη της Χερώνειας).

Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί ότι «στρατηγοί του Μεγάλου Αλεξάνδρου επηρεάστηκαν τόσο πολύ από τον νέο τρόπο ζωής των πλουσίων κια καλοπερασμένων Ασιατών ώστε και αυτοί να λούονται και να αλείφονται με μύρον και όχι με έλαιον, να τους ακολουθούν δε ως ιπποκόμοι ειδικοί τρύπτες. Λέγει δε επιγραμματικά ότι «περισσότερον ετρύφων παρά εγυμνάζοντο».

Στους αγώνες που ετέλουν παρουσίαζαν πομπές και θεάματα. Ο Αντίοχος ετέλεσε αγώνες στη Μακεδονία όπου παρήλασαν 50 χιλ. άνθρωποι οπλισμένοι ποικιλοτρόπως, 800 έφηβοι με χρυσούς στεφάνους, 1000 βόες, 800 οδόντες ελεφάντων και πλείστα αγάλματα Θεών και Ηρώων. Φαινόμενα που καταδεικνύουν ότι η επιμειξία των ηλιοκαμένων και σφυρηλατημένων με την άμμον και το έλαιον Ελλήνων με τους μαλθακούς και καλομαθημένους λαούς της Ανατολής διέστρεψε το αγωνιστικό πνεύμα. Ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος όταν του επρότειναν να αγωνισθεί Στάδιον στα Ολύμπια απήντησε: «Είγε Βασιλείς έμελλεν έξειν ανταγωνιστάς».

Το έτος 146 π.Χ. το τελευταίον προπύργιον του Ελληνισμού, η Κόρυνθος, πίπτει εις χείρας των Ρωμαίων και έκτοτε κάθε Ελληνικόν χάνει την αυθυπαρξία του, χάνει το καθαρόν ελληνικόν χρώμα και τον γνήσιον ελληνικόν τρόπον. Είχαν και οι Ρωμαίοι τον πολιτισμόν τους, την αγωγήν τους, τους αγώνες τους και το πιστεύω τους περί αυτόν. «Mens sana in corporis sano». Νους υγιής εν σώματι υγιεί. Ήταν κατακτητές, επεβλήθησαν και επέβαλλαν τον δικόν τους τρόπον και τις δικές του αρχές, άσχετα αν με την πάροδον του χρόνου περισσότερα πήραν, παρά έδωσαν, περισσότερα εδιδάχθησαν παρά εδίδαξαν. Ετέλουν και οι Ρωμαίοι αγώνες για διάφορες αιτίες και προς τιμήν διαφόρων δικών τους αλλά με δικά τους αγωνίσματα. Εμιμήθησαν τους Έλληνες και εισήγαγον γυμνικούς Αγώνες κατά τα Κονσουάλια, τα Ρωμαία, τα Απωλλώνεια, τα Πληβεία κλπ. Αλλά πυγμαχούσαν με ιμάντες μεταλλικούς για να βλέπουν αίμα. Ηγωνίζοντο στον Ιππόδρομον δούλοι για να αποκτήσουν την ελευθερία τους ή αιχμάλωτοι για να τέρψουν με τον θάνατόν τους τους κυρίους των. Παρουσίαζαν μονομαχίες, θηριομαχίες και μάχες ακόμη. Ο Καίσαρ για να δημαγωγήσει προσέφερε 320 ζεύγη μονομάχων. Ο Καλλιγούλας διοργάνωσε πλην των μονομαχιών και μάχην ακόμη. Ο Πομπήιος έσφαξε εντός 5 ημερών 500 λέοντες. Ο Αντωνίνος Καρακάλλας κατά τα γενέθλιά του διοργάνωσε μονομαχίες. Γενικά οι αγώνες των Ρωμαίων ήταν θεάματα. Θεάματα αιματηρά, σκληρά, εκκεντρικά και όχι μέσον Αγωγής ως των Ελλήνων. Άλλωστε οι ίδιοι οι Ρωμαίοι δεν ελάμβανον μέρος στους αγώνες, γιατί το να λαμβάνει κανείς μέρος στους αγώνες εθεωρείτο υπό των Ρωμαίων πράξις δουλική.

Επενέβησαν όμως ως κατακτητές και κατεπάτησαν την παράδοσιν των Ελλήνων ωμά και απροκάλυπτα.

Την 175η Ολυμπιάδα (80 π.Χ.) στα Ολύμπια ετελέσθησαν μόνον αγώνες παίδων γιατί τους άνδρες αθλητές ο Σύλλας τους μετεκάλεσε στην Ρώμη για να λαμπρύνει τον θρίαμβόν του που κατετρόπωσε τους Μαριανούς.

Ο Νέρων επίστευε ότι ήτο ο πρώτος κιθαρωδός, τραγωδός, και αρματηλάτης, εξηνάγκαζε δε τους άλλους να το πιστεύουν. Στους αγώνες της Ρώμης, τα Νερώνεια που ετέλεσε, έλαβε όλους τους στεφάνους της κιθαρωδίας διότι εξεδιώχθησαν όλοι οι ανταγωνιστές του ως ανάξιοι να αγωνισθούν μαζί του. Ακόμη αυτός ο εκκεντρικός δεν παρέλειψε να ιδρύσει αγώνες εις ανάμνηση του γενείου του (τα Ιουβενάλια). Αυτός ο μεγάλος ηγέτης και κατακτητής την 211η Ολυμπιάδα (65 μ.Χ.),την ανέβαλε για να συμπέσει με τα Πύθια και τα Ίσθμια για να αγωνισθεί και στους τρεις ιερούς αγώνες και να νικήσει. Ο πρώην ύπατος Κλαύδιος Ρούφος μετά από κάθε αγώνα εκήρυττε: «Νέρων Καίσαρ νικά τόνδε τον αγώνα και στεφανοί τον τε των Ρωμαίων δήμον και την ιδίαν Οικουμένην». Στην Ολυμπίαν επέβαλλε να τελεσθούν αγωνίσματα τραγωδίας και κιθαρωδίας. Ηγωνίσθη και ενίκησε. Με τον γνωστόν τρόπον. Ενίκησε ακόμη στο αγώνισμα του κήρυκος, στο άρμα πώλων, τέθριππον και διπώλου. Στο τέθριππο έπεσε αλλά οι Ελλανοδίκες τον εβράβευσαν υπήκοντες στην βίαν του κατακτητή. Εδώ επιτρέψατέ μου να σημειώσω ότι στους Ολυμπιακούς Αγώνες ελάμβανον μέρος μόνον αθλητές που είχαν ελληνικήν καταγωγήν. Βάρβαροι απηγορεύετο να συμμετέχουν.

Αρχής γενομένης από τους Κορινθίους και Αθηναίους, οι οποίοι επέτρεψαν στους Ρωμαίους να λάβουν μέρος στους Αγώνες των Ισθμίων και Ελευσινίων αντίστοιχα, φθάσαμε στο σημείο να αγωνισθούν και στους άλλους ιερούς αγώνες και όπως είδαμε τον Νέρωνα, να αγωνισθεί τελικά και στα Ολύμπια.

Οι Ηλείοι ως αγωνοθέτες και συνεχιστές της παραδόσεως ως θεματοφύλακες του θεσμού και της ιερότητος του χώρου ημύνοντο και αυτό αποτελεί ένα από τα μεγάλα κατορθώματά τους. Την Ολυμπιάδα κατά την οποίαν ο Σύλλας μετεκάλεσε τους άνδρες αθλητές στην Ρώμη και αυτή που ο Νέρων την έκανε παρωδία, δεν τις αναγνώρισαν, δεν τις κατέγραψαν ως επίσημες Ολυμπιάδες, τις ονόμασαν Ανολυμπιάδες, αλλά η παράδωση όταν πληγεί δεν αποκαθίσταται.

Οι Ρωμαίοι ίδρυαν και ετέλουν αγώνες σε πολλές άλλες Ελληνικές Πόλεις για διάφορες αιτίες και αφορμές που δυστυχώς έδιναν το όνομα των ιερών αγώνων της κυρίως Ελλάδος για μεγαλύτερο κύρος και ενδιαφέρον. Έτσι έχουμε το φαινόμενο να παρουσιάζονται Ολύμπια σε πόλεις όπως Αλεξάνδρεια, Θεσσαλονίκη, Έφεσσο, Πέργαμο, Κύζικον, Σμύρνην, Νίκαιαν,Μαγνησία, Τράλλεις κλπ., πόλεις της Μικράς Ασίας,της Ηπειρωτικής Ελλάδος και της Ιταλίας ακόμη. Σε όλους αυτούς τους ιερούς αγώνες της Ελλάδος της Ανατολής εισήγαγον αγωνίσματα του Ρωμαϊκού Ιπποδρόμου.

Η κυρίως Ελλάς που δεν ηδύνατο να δεχθεί τις αντιλήψεις της Ανατολής και της Δύσεως στα θέματα αγώνων και αγωγής ανθίσταται. Δεν προστρέχουν και δεν ενδιαφέρονται να αγωνισθούν στο Στάδιον και στα άλλα γυμνικά αγωνίσματα που είχαν παράδοση αιώνων και έτσι το ενδιαφέρον τους εξανεμίζεται.

Την 218η Ολυμπιάδα (93 μ.Χ.)η εκτροπή του αθλητισμού είναι πλήρης και αδιόρθωτη. Οι ίδιοι αθλητές συλλέγουν χρήματα από τους αγώνες των πόλεων της Μικράς Ασίας. Πωλούν την νίκην αντί αδρού χρηματικού ποσού. Κατά τον Φιλόστρατον οι Γυμναστές του 3 μ.Χ.αι. έχουν μεταβληθή σε επιχειρηματίες. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και φτάνει μέχρι και στην Ολυμπία. Οι Ηλείοι όπως είδαμε ανθίστανται, λαμβάνουν μέτρα, επιβάλλουν αυστηρές ποινές, αλλά το κακό συνεχίζεται. Αποτέλεσμα αυτής της καταστάσεως η αγανάκτηση και η εξέγερση κατά του τότε επικρατούντος αθλητικού πνεύματος από τους ανθρώπους που είχαν λόγον να ανησυχούν και να ενδιαφέρονται για κάθε τι το γνήσιον Ελληνικόν.

Πρωτεργάτης αυτής της εξεγέρσεως – διαμαρτυρίας ο κορυφαίος φιλογυμναστικός Γαληνός.

Ο δε Διογένης ο Λαέρτιος λέγει: «Αθληταί δε και ασκούμενοι πολυδάπανοι και νικώντες επιζήμιοι και στεφανούνται κατά τις πατρίδος μάλλον ή κατά των αγωνιστών».

Με πνεύμα και κρίση δικαίου θα παρατηρήσουμε ότι η μεγάλη μάζα των νέων είχε αρχίσει από τις αρχές του 3ου π.Χ. αι. να αποσύρεται από τα γυμνάσια και τις παλαίστρες. Απλώς στην περίοδο της Ρωμαιοκρατίας απεσύρθη εντελώς.

Βλέπουμε λοιπόν ότι, μετά τον 3ο π.Χ. αι. πρωτεύουσα θέση έχουν τα γράμματα και η μάθηση. Παιδεία δεν σημαίνει πλέον σωματική αγωγή και αθλητισμός. Ο νεαρός Έφηβος φιλοδοξεί να αποκτήσει εγκύκλιον παιδείαν που είναι την εποχήν εκείνην η Γραμματική, η Ρητορική, η Διαλεκτική, η Αριθμητική, η Γεωμετρία, η Αστρονομία και η Μουσική.

Το σώμα θεωρείται εσθής – ένδυμα της ψυχής. Για τούτο ο έφηβος το πρωί μεταβαίνει πρώτα στα μαθήματα και μετά στην παλαίστρα. Ο Παιδαγωγός που ηκολούθει τον Έφηβον με τον σπόγγον και την στλεγγίδα, τώρα κρατεί πολύπτυχους δέλτους και βίβλους. Η αντίληψη περί «Καλού καγαθού» έπαυσε να είναι εκείνη του 4ου π.Χ. αι. και πίσω.

Σε αυτό προσετέθη η επέκταση του Ελληνισμού, η κατοχή, η επιβουλή, η βία και ο σατραπισμός του κατακτητή, ο εκκεντρισμός κάθε διεστραμμένου με τελικό αποτέλεσμα την πλήρη διαστροφή του Ολυμπιακού πνεύματος.

Καίριον πλήγμα κατά του αθλητισμού και κατά των αγώνων γενικά, μετά την Ρωμαιοκρατίαν ήταν ο Χριστανισμός για τους πιστούς της Χριστιανικής Θρησκείας και ο Νεοπλατωνισμός για τους οπαδούς ακόμη της Ειδωλολατρίας.

Οι κήρυκες της Χριστιανικής θρησκείας παρεξήγησαν την διδασκαλία του Χριστού και εκήρυξαν ότι το σώμα είναι φυλακή της ψυχής, ότι ο θάνατος είναι απολύτρωση, ότι το σώμα θα πρέπει να καταβασανίζεται με νηστείες και στερήσεις, ότι είναι αμαρτωλός αυτός που περιποιείται και φροντίζει το σώμα και όχι την ψυχήν του. Επακόλουθο, φυγή των νέων προς τον ασκητισμόν και τον μοναχισμόν.

Ο Νεοπλατωνισμός παράλληλα εδίδασκε ότι δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να ανυψωθεί, εάν δεν απαλλαγεί από την επίδραση της ύλης (ιδεαλισμός).

Σε αυτό το κομφούζιο των ιδεών και των αντιλήψεων ήρθε η Εξουσία, το Κράτος να δώσει την δικήν του λύση. Ο Μέγας Βασίλειος, ως θρησκευτικός ηγέτης και στη συνέχεια ο Θεοδόσιος ο Μέγας, κραταιός του νεοϊδρυθέντος Ρωμαϊκού Κράτους της Ανατολής ήθελαν να δημιουργήσουν μίαν νέαν εθνικήν οντότητα, την Χριστιανικήν, γι’ αυτό παν το Ελληνικόν κατεδιώκετο απηνώς, όχι μόνον ως ειδωλολατρικόν αλλά κυρίως ως Ελληνικόν. Το Βασιλικό Διάταγμα του Θεοδοσίου το έτος 394 μ.Χ., ένα έτος μετά την τελευταία Ολυμπιάδα επέφερε το τελευταίον και χαριστικόν πλήγμα κατά των γυμνικών αγώνων, κατά των Ολυμπίων και κατά του προστάτου αυτών Δία.

Δεν ήταν η αιτία, αλλά το επισφράγισμα μιας απαράδεκτης καταστάσεως, μιας άσχετης προς τις αρχικές αρχές των Ολυμπιακών Αγώνων και του Ολυμπισμού ένα τέλος που έπρεπε να δοθεί έστω και έτσι και να ταφεί στα σπλάχνα της μάνας γης ότι είχε δημιουργήσει ο άνθρωπος στα 1200 περίπου χρόνια της επίσημης ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων.

Έγιναν προσπάθειες κυριώτερη αυτή του Ιουλιανού του Παραβάτη, για αναζωογόνηση των ιερών αγώνων των αρχαίων Ελλήνων, τα Πύθια, τα Ολύμπια κλπ. Αλλά δεν υπήρχε ενδιαφέρον, δεν υπήρχε πνοή για γυμνικούς αγώνες προς την ειδωλολατρεία γιατί ο θρησκευτικός φανατισμός εσάρωνε τα πάντα (361 – 363 μ.Χ.).

Είναι χαρακτηριστικός ο χρησμός (από τους τελευταίους που εξέδωσε το καταρρέον Μαντείο των Δελφών) στους απεσταλμένους του Ιουλιανού, στην προσπάθειά του να διασώσει την παράδοση «Είπατε τω Βασιλεί χαμαί πέσαι Δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβη, ου Μάντιδα δάφνην ου παγάν λαλέουσα απέσβετο και λάλον ύδωρ».

Με απλά λόγια δεν είχε μείνει τίποτα. Έκτοτε τα πάντα αφανίζονται από την μανίαν του ανθρώπου και της φύσεως. Η εγκατάλειψη, η ερήμωση, η αρπαγή, η πυρπόληση και οι σεισμοί ολοκληρώνουν το έργο τους. Όμως ό,τι είναι θεσμός ό,τι είναι δημιούργημα θεού και ανθρώπων δεν πεθαίνει, ανασταίνεται, ξαναζεί. Και έχουμε την τύχη να ζούμε την ανάστασή του. Αναγνώσατε εις τα τεύχη 184 και 185 την συνέχειάν του.

Εγώ αρκούμαι να σας ευχαριστήσω που δείξατε ανοχή και είχατε την υπομονή να με ακούσετε. Είμαι στην διάθεσή σας για κάθε ερώτηση σχετικά με το θέμα που σας ανάπτυξα.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails