powered by Agones.gr - opap

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Τα 5 μεγαλοπρεπή μεθύσια της ανθρωπότητας

Το  blogaroume εξιστορεί τα τα μεγαλύτερα μεθύσια που έχουν γινεί ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας.



«Όταν πίνουμε μεθάμε. Όταν μεθάμε κοιμόμαστε. Όταν κοιμόμαστε δεν διαπράττουμε καμιά αμαρτία. Όταν δεν διαπράττουμε καμιά αμαρτία πηγαίνουμε όλοι στον παράδεισο. Οπότε ελάτε ας μεθύσουμε όλοι μαζί για να πάμε στον παράδεισο», προέτρεπε ο σεφ Μπρους Άιντελς με το χνώτο από ρούμι να χτυπάει σαν αλκοολικό μαστίγιο τους
παραβρισκόμενους!

Στην ιστορία της ανθρωπότητας ο αιθυλικός κατάλογος των λαθών είναι απροσμέτρητος και το Ανώνυμο blog φωταγωγεί πέντε εξ αυτών που αντηχούν στην αιωνιότητα των μεγαλοπρεπών μεθυσιών.

1.Το «αθάνατο» μεθύσι του Ναυάρχου

Η υγρασία του καλοκαιρινού Λονδίνου τύλιγε τους υπηρέτες που φρόντιζαν την παραμικρή λεπτομέρεια για το πάρτι του Έντουαρντ Ράσελ. Το σωτήριο έτος 1694 και ο παρασημοφορημένος Ναύαρχος, ένα από τα μέλη των «Αθάνατων 7», θέλησε να οργανώσει μιας βικτοριανής μεγαλοπρέπειας γιορτή αξιωματικών. Επί ημέρες κάρα γεμάτα προμήθειες διαδέχονταν το ένα το άλλο. Περίπου 250 γαλόνια με μπράντι, 125 με κρασί από τη Μάλαγα, 1400 κιλά ζάχαρη, 2500 χιλιάδες λεμόνια, 20 γαλόνια με λάιμ και μια σειρά από εκπαιδευμένους μπαρτέντερς που έπρεπε να αναμείξουν ιδανικά τα υπερβολικά υλικά. Η συναρπαστική μέθη οδήγησε σε παραισθήσεις για σχεδόν μια εβδομάδα όσο κράτησε και αυτή η απίστευτη κατάποση ότιδήποτε περιείχε αλκοόλ. Αυτή η διονυσιακή γιορτή διακοπτόταν μόνο όταν ο γκρίζος ουρανός ξεσπούσε σε λυγμούς και τερματίστηκε όταν όλα τα εφόδια κατέληξαν στους υπερμεγέθεις κοιλιακούς που έτριβαν με αγαλλίαση οι ιεροί πότες, οι οποίοι είχαν την τάση να μπερδεύουν τα αποκτηνωτικά μεθύσια με την ευτυχία!

2. Το λονδρέζικο τσουνάμι μπύρας

Την εποχή που η βιομηχανική επανάσταση στο Λονδίνο προσέφερε τη διέξοδο στις αντιθέσεις της Βρετανικής αυτοκρατορίας καταλύτης ήταν ένα μεγάλο ποτήρι μπύρας! Οι διαφορές αμβλύνονταν υπό το διαθλαστικό της πρίσμα και οι έμποροι της μπύρας αποκλήθηκαν βαρόνοι εξαιτίας της μεγάλης ζήτησης που υπήρχε. Η μεγαλομανία άνθισε παντού και το 1814 η «Meux’s Horse Shoe Brewery» στο Λονδίνο αποφάσισε να κατασκευάσει τον μεγαλύτερο κάδο ζύμωσης μπύρας. Σχεδόν 22 πόδια ψηλό και άλλα 60 σε διάμετρο θα τροφοδοτούσε σχεδόν 4000 βαρέλια. Στον περιβάλλοντα χώρο είχε κατασκευασθεί ένα μοναστηριακό τραπέζι που θα μπορούσε να φιλοξενήσει μέχρι και 200 ανθρώπους για δείπνο. Με τα εγκαίνια του γιγάντιου κάδου ο τοπικός Βαρόνος της Μπύρας αποφάσισε να διοργανώσει μια γιορτή για 200 φίλους του. Ο ψηλός όγκος δέσποζε στην επιβλητικότητα του, γεμάτος από μπύρα, μόνο που από την προσοχή των εργατών είχε διαφύγει ένα ελαττωματικό τσέρκι (το μεταλλικό στεφάνι με το οποίο στερεώνονται οι κυρτές σανίδες ενός βαρελιού)! Η ρήξη του βαρελιού ήταν εκκωφαντική. Λέγεται ότι ακούστηκε 5 χιλιόμετρα μακριά ενώ 1,3 εκατομμύρια γαλόνια μπύρας ξεχύνονταν ορμητικά στον δρόμο. Οι μαρτυρίες της εποχής λένε ότι 9 άνθρωποι πέθαναν ακαριαία και αρκετοί τραυματίστηκαν μιας και οι φτωχοδιάβολοι του Λονδίνου οσφραινόμενοι το μεθυστικό άρωμα της βαθύχρωμης μπύρας έσπευσαν να την γευθούν από τον… δρόμο παρεμποδίζοντας τους διασώστες. Όταν τελικά οι πρώτοι τραυματίες κατέφτασαν στο νοσοκομείο η έντονη μυρωδιά της μπύρας που ήταν εμποτισμένοι οδήγησε τους υπόλοιπους ασθενείς στη βεβαιότητα πως μόνο ο θάλαμος τους δεν εξυπηρετείτο. Βίαιες ταραχές ξέσπασαν στα ενδότερα του νοσοκομείου και αρκετοί γιατροί και νοσοκομειακό προσωπικό τραυματίστηκαν σε εκείνη την μεθυσμένη ημέρα.

3. Το νησί των «φτιαγμένων»

Οι ημέρες ήταν κοπιαστικές στο ολλανδικό καράβι που διαφέντευε ο ιδεότυπος του οπορτουνιστή, ο Βρετανός Χένρι Χάντσον. Χαμένος κοντά στην Αμερική αναζητούσε ένα πέρασμα για την… Κίνα όταν το πλήρωμα του λίγο έλειψε να στασιάσει. Αντί να ανακαλύψει όμως τον… δρόμο του μεταξιού και με τον κίνδυνο της λιποταξίας ορατό αγκυροβόλησε στο πρώτο κομμάτι γης που συνάντησε. Στον κόλπο της Νέας Υόρκης. Οι ερυθρόδερμοι Μοϊκανοί, Ινδιάνοι αυτόχθονες της περιοχής, υποδέχθηκαν το πλήρωμα και ο οξυδερκής Χάντσον μοιράστηκε το μπράντι του με τον αρχηγό της φυλής σε μια προσπάθεια σύσφιξης των σχέσεων. Μετά από μερικά λεπτά ο τραχύς Ινδιάνος λιποθύμησε. Ξυπνώντας την επόμενη ημέρα επισκέφτηκε διστακτικά τον Χάντσον και του ζήτησε περισσότερο μπράντι για να μπορέσει να πιει όλη η φυλή του. Ο σκληρότερος εξ αυτών λέγεται ότι άντεξε περίπου μία ώρα πριν αφεθεί σε μια συγκεχυμένη ονειροπόληση στα όρια της υπνοβασίας. Από τότε το νησί ονομαζόταν «Manahachtanienk» δηλαδή “The High Island.” Όχι όμως με την έννοια του υψηλού(high) αλλά με αυτή του φτιαγμένου. Όσοι έχουν επισκεφτεί το νησί που ονομάζεται… Μανχάταν θα συμφωνήσουν ότι διατηρεί ακόμη και σήμερα τη φήμη του!

4. Το κραυγαλέο μεθύσι της εξέγερσης

Λέγεται ότι ένα καλό μεθύσι καθορίζεται από την αντοχή των ανθρώπων που πίνουν. Μάλλον ο ήρωας της Αμερικανικής επανάστασης, Πολ Ρεβέρ δεν συγκαταλεγόταν στα δυνατά ποτήρια όταν την 18η Απριλίου του 1775 ξεκίνησε την μεταμεσονύχτια πορεία του προς το Λέξινγκτον προκειμένου να ενημερώσει τους Σαμ Άνταμς και Τζον Χάνκοκ για το γεγονός ότι οι Άγγλοι πρόκειται να κινηθούν εναντίον τους. Το δρομολόγιο του τον έφερνε να περνά μέσα από το Μέντφορντ. Εκείνη την εποχή η αποικιακή Αμερική είχε ως κορυφαίο προϊόν αλκοόλ το ρούμι και το Μέντφορντ ήταν η πρωτεύουσα του. Ο Ρεβέρ βρήκε κατάλυμα στο σπίτι του κάπτεν Άιζακ Χαλ, ο οποίος είχε δημιουργήσει ένα μικρό αποστακτήριο. Τσουγκρίζοντας με θέρμη το ποτήρι και εξάροντας την φιλοξενία του οικοδεσπότη του, ο Ρεβέρ, όπως επισημαίνει ο ιστορικός Τσαρλς Τόσινγκ, «ήπιε τόσο πολύ που ενώ αφίχθηκε σιωπηλός καβαλάρης αναχώρησε κραυγαλέος σταυροφόρος». Οι φωνές του οδήγησαν τους υπεύθυνους των επαναστατών να τον συλλάβουν και τους Άνταμς και Χάνκοκ να ξυπνήσουν μισή ώρα νωρίτερα πριν να ξεσπάσει η μάχη του Λέξινγκτον. Άθελα του με τις φωνές του ο μεθυσμένος Ρεβέρ είχε αφυπνίσει όλους τους στρατιώτες των Αμερικανών που κατάφεραν να νικήσουν στην πρώτη μάχη της Αμερικανικής Επανάστασης. Κανείς δεν έμαθε πως αντέδρασε ο Ρεβέρ όταν πληροφορήθηκε το αποτέλεσμα των αιθυλικών αλαλαγμών του

5. Οι αδάμαστοι Ινδοί ελέφαντες

Ένα σμάρι παχύδερμων ποδοκροτούσε μέσα στη σκόνη του στρατοπέδου των Ινδών. Με υπόκρουση την απόγνωση οι φαντάροι προσπαθούσαν να καλυφθούν ενώ οι ελέφαντες κατέστρεφαν τα αμυντικά τείχη που ορθώνονταν μπροστά. Η οσμή του ρουμιού τρέλαινε πριν μερικά χρόνια τους άγριους ελέφαντες που εφορμούσαν από τα βάθη της ζούγκλας στη βάση της Μπαγκντόγρα για να κουρσέψουν το ποτό των πειρατών. Το θείο απόσταγμα από ζαχαροκάλαμα που δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην Ινδία. «Οι ελέφαντες ευφυώς μετακίνησαν κυλινδρικά τους φελλούς από τα μπουκάλια και με την προβοσκίδα τους άδειασαν το περιεχόμενο μέσα τους. Σύντομα μέθυσαν και άρχιζαν να τρεκλίζουν πριν εξαφανιστούν στην ζούγκλα» περιέγραφε την ιστορία στην “Daily Telegraph” ένας αυτόπτης αξιωματικός. Ακόμη και σήμερα διαβάζει κανείς για επιθέσεις με λάφυρο το αλκοόλ, ιδίως στην Ινδία όπου οι ελέφαντες δεν δαμάζονται αλλά δαμάζουν τις έγνοιες του με το αλκοόλ…

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails